σε δοκιμαστική λειτουργία
Νέα ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

 

Περί μηδενισμού και ρατσισμού

 

Όταν η βία της νεολαίας, ακόμη και πολύ μικρού τμήματος, εκδηλώνεται εναντίον του κράτους και των φορέων του, π.χ. της αστυνομίας ως σώματος ή της/του αστυνομικού ως μέλους της, εναντίον συμβόλων ενός έθνους από τα ίδια τα μέλη κ.λπ., ονομάζεται μηδενισμός ή αναρχία (μτφ.).

Όταν άλλες εκφράσεις βίας από τμήματα της νεολαίας απευθύνονται εναντίον ομάδων ευρισκόμενων, στο μεγαλύτερο τμήμα τους, σε κοινωνικά μειονεκτική ή σε οικονομικά δυσμενή θέση π.χ. εναντίον παράνομων μεταναστών, ονομάζεται ρατσισμός.

Στη χώρα μας, η πρώτη μορφή βίας υποτιμάται, ενώ η δεύτερη συνήθως υπερτιμάται. Η πρώτη θεωρείται περιστασιακή και περαστική (;), η δεύτερη επικίνδυνη και απειλητική. Για την πρώτη γίνεται προσπάθεια κατανόησης και εξορθολογισμού των εκδηλώσεών της, γίνεται αντικείμενο αναλύσεων, προσπάθεια ιδεολογικοποίησης και «κατάλληλης» αντιμετώπισής της. Η δεύτερη δίνει αφορμή για νουθεσίες και κηρύγματα, καλλιέργεια αποστροφής και απόρριψη.

Οι επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι οι «χαοτικοί» προέρχονται ως επί το πλείστον από τα μεσαία-ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ενώ οι «ρατσιστές» από μεσαία-κατώτερα και χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Τα μεσαία-ανώτερα μπορούν να μέμφονται και να κατηγορούν τα μεσαία-κατώτερα για ρατσισμό, αφού συνήθως δεν διατρέχουν κίνδυνο να βρεθούν στη θέση τους, δεν μοιράζονται τους ίδιους χώρους με τους «τριτο»κοσμικούς μετανάστες, δεν στέλνουν στα ίδια σχολεία και τους παιδικούς σταθμούς τα παιδιά τους, δεν πηγαίνουν ούτε καν στα ίδια (δημόσια) νοσοκομεία, δεν διεκδικούν μαζί με αυτούς μερίδιο στις περιορισμένες ευκαιρίες που υπάρχουν, ούτε διατρέχουν, άμεσα τουλάχιστον, κίνδυνο να υποβιβασθούν κοινωνικοοικονομικά.

Οι μεν πρώτοι νέοι και νέες («χαοτικοί»-chaoten, «αναρχικοί», «μηδενιστές») έχουν την πολυτέλεια να αμφισβητούν το κράτος και τους θεσμούς του το οποίο υπήρξε γενναιόδωρο απέναντί τους, οι δεύτεροι («ρατσιστές») αντιδρούν από φόβο επιδείνωσης της θέσης τους, συστηματική παραμέληση από την πολιτεία, ανασφάλεια ως προς τις ευκαιρίες και την ποιότητα ζωής τους. Και οι δύο επιτίθενται με λόγια- ύβρεις, υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς κ.λπ., αλλά και με χειρονομίες, απειλές (συμβολική επιθετικότητα) ή με έργα˙ οι μεν πρώτοι εναντίον της εξουσίας, οι δε δεύτεροι (σημαντικά λιγότερο) εναντίον αυτών που νιώθουν ότι τους απειλούν. Και οι δυο ομάδες επιζητούν την προσοχή και την κατανόησή μας, μόνο που οι πρώτοι έχουν συνήθως το δίκαιο με το μέρος τους, ενώ οι δεύτεροι το άδικο.

Αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις, ας ελπίσουμε ότι σχετικά γεγονότα των τελευταίων χρόνων θα αποτελέσουν αφορμή αναστοχασμού για όσους αποφασίζουν από τα ασφαλή και αποστειρωμένα περιβάλλοντά τους, τους κοινωνικά ομοιογενείς «παραδείσους» που ζουν, για την τύχη και το μέλλον των συμπολιτών τους και ιδίως νέων ανθρώπων, διότι τελικά είναι αυτοί που ασκούν τη χειρότερη μορφή βίας, τη δομική (ανισότητα), ενισχύοντάς την ιδεολογικά και γνωστικά.

Έφη Λαμπροπούλου

Πηγή εικονιδίου:http://www.fondation-vision.ch/visionmedia/article.aspx?id=1656&rdr=true&LangType=1036


 

 

Επιπλέον Πληροφορίες

Ημερομηνία
2012-05-01