σε δοκιμαστική λειτουργία
Νέα ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ

Οικονομική κρίση και υγεία

 

Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, ο τομέας της κοινωνικής προστασίας είναι ο πρώτος που υφίσταται τις αρνητικές επιπτώσεις της περικοπής των δημόσιων δαπανών, δεδομένου ότι το κυρίαρχο οικονομικό νεοφιλελεύθερο δόγμα θεωρεί λανθασμένα τις δαπάνες αυτές ως αντιπαραγωγικές. Στο πλαίσιο της αντίληψης αυτής, οι περιοριστικές πολιτικές που εφαρμόζονται πλήττουν ιδιαίτερα τον χώρο της υγείας. Καθώς η κρίση βαθαίνει, το επίπεδο υγείας, ιδιαίτερα των χαμηλότερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων, επιδεινώνεται. Η χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου και η αύξηση της φτώχειας συνδέεται με σειρά αρνητικών καταστάσεων, όπως χαμηλότερο προσδόκιμο επιβίωσης, υψηλή βρεφική, παιδική και μητρική θνησιμότητα, περισσότερες πιθανότητες προσβολής από μεταδοτικά νοσήματα, εμφάνιση ψυχικών ασθενειών, κατάθλιψης, αυτοκτονιών, αντικοινωνικής και βίαιης συμπεριφοράς, υψηλότερη κατανάλωση καπνού, αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών και μεγαλύτερη έκθεση σε περιβαλλοντικούς κινδύνους όπως η μόλυνση του αέρα και των υδάτων. Αυτό δείχνει η επισκόπηση της υφιστάμενης βιβλιογραφίας η οποία διερεύνησε τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην υγεία σε σχέση με τέσσερεις χρονικές περιόδους κατά τον 20ο αιώνα: τη μεγάλη ύφεση του μεσοπολέμου, την κρίση χρέους των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Υποσαχάριας Αφρικής στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980, την κατάρρευση των πρώην ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών χωρών στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και την οικονομική κρίση της ανατολικής Ασίας κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1990.

Η κατάσταση χειροτερεύει ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις προχωρούν στην υιοθέτηση μέτρων προκειμένου να επιτευχθεί η περικοπή των προϋπολογισμών για υπηρεσίες υγείας. Επιπροσθέτως, μειώνουν το υγειονομικό προσωπικό και περιορίζουν τα προγράμματα υγείας καθώς και το εύρος της  δημόσιας ασφαλιστικής κάλυψης του πληθυσμού για υγεία. Όμως, οι πολιτικές αυτές, σε συνδυασμό με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, δυσχεραίνουν την πρόσβαση στο σύστημα υγείας ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Εκτός αυτού, η περιοριστική πολιτική υγείας τη στιγμή που αυξάνεται η ζήτηση για δημόσιες υπηρεσίες υγείας λόγω χειροτέρευσης του επιπέδου υγείας του πληθυσμού και λόγω μείωσης της αγοραστικής δύναμης που αποτρέπει τη χρησιμοποίηση ιδιωτικών υπηρεσιών, έχει ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και την αδυναμία αυτών να καλύψουν τις ανάγκες του πληθυσμού.

Δυστυχώς και η Ελλάδα δεν φαίνεται να ξεφεύγει από την κατάσταση που περιγράφηκε παραπάνω. Η βαθιά δομική και πολύπλευρη κρίση στην οποία βρέθηκε η χώρα το 2010, με κύρια χαρακτηριστικά το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, το τεράστιο δημόσιο χρέος, τη συρρίκνωση του ΑΕΠ, την αυξανόμενη ανεργία και τη συνεχή διάβρωση της ανταγωνιστικής της θέσης, είχε ως συνέπεια τον Μάιο του 2010 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να ανακοινώσουν τη σύναψη συμφωνίας με την Ελλάδα για ένα τριετές πρόγραμμα αναδιάρθρωσης των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών της. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της συμφωνίας είναι η αυστηρή εισοδηματική πολιτική, η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων, η θέσπιση μέτρων ενίσχυσης της ευελιξίας στην αγορά εργασίας και η περικοπή των δαπανών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο τομέας της υγείας βρέθηκε στο επίκεντρο των επιχειρούμενων αναδιαρθρωτικών προσαρμογών. Οι αρνητικές επιπτώσεις της περιοριστικής πολιτικής στο επίπεδο υγείας του ελληνικού πληθυσμού θα γίνουν ορατές στα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, οι επιπτώσεις στο σύστημα υγείας είναι περισσότερο άμεσα εμφανείς. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί κατά την τελευταία τριετία, αν και σε μεγάλο βαθμό επιχειρούν να αντιμετωπίσουν μακροχρόνια διαρθρωτικά προβλήματα αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας του ελληνικού συστήματος υγείας, παρουσιάζουν δύο σοβαρές ανεπάρκειες. Η πρώτη είναι ότι παραβλέπουν την κύρια διαπίστωση της διεθνούς εμπειρίας, η οποία δείχνει ότι μεγάλης έκτασης μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην πλήρη αναδιοργάνωση του συστήματος υγείας σε σύντομο χρονικό διάστημα υιοθετώντας το δόγμα του «σοκ», αποτυγχάνουν στους στόχους τους. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν ο σχεδιασμός αυτών είναι αποσπασματικός, με αντιφατικά πολλές φορές μέτρα, τα οποία προσπαθεί να εφαρμόσει μια δημόσια διοίκηση που δεν διαθέτει τις αναγκαίες δεξιότητες.  Η δεύτερη ανεπάρκεια σχετίζεται με την πλήρη παραμέληση της διάστασης της ποιότητας και της ισοτιμίας στην πρόσβαση των υπηρεσιών. Οι μεταρρυθμίσεις που λαμβάνουν χώρα έχουν πλήρως υποταγεί στις επιταγές λιτότητας του Μνημονίου, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις κοινωνικές επιπτώσεις μιας τέτοιας πολιτικής.

Στο όνομα λοιπόν ενός αναπτυξιακού προστάγματος χωρίς ανθρώπινο πρόσωπο που πρεσβεύει η Τρόικα και το Μνημόνιο, παραβλέπεται το γεγονός ότι ανάπτυξη, οικονομική και κοινωνική ευημερία και βελτίωση του επιπέδου υγείας συνιστούν τα τρία κομβικά σημεία ενός ανατροφοδοτούμενου κύκλου. Η ανάπτυξη, χωρίς την προϋπόθεση της διάθεσης των πρόσθετων πόρων κατά τρόπο κοινωνικά παραγωγικό και δίκαιο που να συμβάλλει στην καταπολέμηση της φτώχειας, δεν οδηγεί στην επίτευξη καλύτερης υγείας. Η υγεία όμως, όπως δείχνει πλήθος μελετών, αποτελεί προαπαιτούμενο για την οικονομική πρόοδο και τη βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης . Με άλλα λόγια, η υγεία συνιστά βασικό στοιχείο του ανθρώπινου κεφαλαίου και συντελεστής που συνεισφέρει ουσιαστικά στην παραγωγική διαδικασία και την κοινωνική πρόοδο. Κοινωνίες όμως που δεν επενδύουν στο ανθρώπινο κεφάλαιο είναι κοινωνίες καταδικασμένες σε παρακμή.  
 

Χαράλαμπος Οικονόμου



Πηγή εικονιδίου: http://www.who.int/social_determinants/fr/




 

Επιπλέον Πληροφορίες

Ημερομηνία
2012-04-01