σε δοκιμαστική λειτουργία
Το Τμήμα
2016-04-01 | 18η Επιστολή: Απρίλιος 2016 του Παναγιώτη Δουκέλλη

 


 Η βία, η Ηθική, το Πολιτικό


 
«Πρώτα σκοτώνεις και μετά ανακρίνεις». Δεν μας ενδιαφέρουν τα μέσα που τίθενται σε εφαρμογή, μας ενδιαφέρει η τελική επικράτηση, θα μπορούσε να είναι η συνέχεια της γνωστής ρήσης του Γκαίρινγκ. Η κατάκτηση της Ισχύος έρχεται να νομιμοποιήσει τα όποια μέσα χρησιμοποιήθηκαν, ακόμη κι αν αυτά είναι βίαια και παράνομα 
 
Αν η επιδίωξη ενός στόχου νομιμοποιεί την χρήση βίας, τότε η χρήση βίας με τη σειρά της νομιμοποιεί τον συγκεκριμένο στόχο συμβάλλοντας στην επίτευξή του: η βία είναι έννομη γιατί ο στόχος είναι νόμιμος και η κατάκτηση του στόχου καθίσταται σύννομη, καθώς η χρήση βίας τον νομιμοποιεί διά της επιτυχούς συμβολής της. Οποία σοφιστεία! Αρκεί η επίτευξη του στόχου για να νομιμοποιηθούν τα μέσα. Σε μια τέτοια περίπτωση αναστέλλεται η όποια αυτονομία της ηθικής έναντι του πολιτικού: είναι ηθικό ό,τι είναι αποτελεσματικό. Η επίκληση της ηθικής είναι χρήσιμη ως επιβράβευση και μόνον της επιτυχίας, στην περίπτωση προφανώς που βρισκόμαστε στην πλευρά των νικητών.
 
Έτσι, ο νομιμοποιητικός/ καταδικαστικός λόγος της βίας έρχεται να προστεθεί στα πολλαπλά προβλήματα που αντιμετωπίζει η προσπάθεια ορισμού της. Τα ανά περίπτωση νομιμοποιητικά / καταδικαστικά επιχειρήματα, ως εξ ορισμού συγκυριακά, συνδέονται άμεσα με τον ρόλο της βίας στο ιστορικό γίγνεσθαι. 
 
Η ιστορικότητα της χρήσης βίας συνδέεται επίσης με την ιστορικότητα των εκάστοτε προσπαθειών ορισμού της, προσπάθειες οι οποίες ενέχουν τον μέγα κίνδυνο να υποκύψουν και εν τέλει να υπηρετήσουν το πολεμικό και συγκρουσιακό κλίμα της στιγμής. Έτσι, έχοντας κατά νου τις γνωστές καταστάσεις που βιώνουμε τους τελευταίους μήνες, επικαλούμαι το εμβληματικό για τα πνεύματα της εποχής παράδειγμα της νομιμοποίησης από τον J.-P. Sartre της βίας των χρόνων της αποαποικιοποίησης, έναντι της βίας που ασκούσαν οι αποικιοκράτες Ευρωπαίοι. Ο Sartre έθετε στο ίδιο επίπεδο τα μέτρα συγκράτησης της βίας που εφάρμοζαν οι Ευρωπαίοι, με την κατάχρηση εξουσίας που αυτά ενείχαν. Νομιμοποιούσε την άσκηση βίας από την πλευρά των εξεγερμένων ως μόνη λύση στην καταπίεση που υφίσταντο, φθάνοντας στο σημείο να προτρέψει την διάπραξη φόνου Ευρωπαίων ως τρόπο απελευθέρωσης.
 
Η συγκυρία είναι κακός σύμβουλος στην όποια προσπάθεια ορισμού της βίας. Σε κάθε περίπτωση, ως περιεχόμενο της βίας μπορούμε να δεχθούμε την έλλειψη σεβασμού της ακεραιότητας του άλλου. Η μονομερής κατάλυση αυτής της ακεραιότητας εκφράζει την άρνηση της αυτονομίας και της αυτοτέλειας ενός φυσικού προσώπου ή μιας συλλογικότητας και συνιστά βίαιη συμπεριφορά, ανεξάρτητα από την όποια νομιμοποίησή της.
 
 
Καθηγητής Παναγιώτης Δουκέλης
Απρίλιος 2016
 

2016-03-01 | 17η Επιστολή από τη Νέα Πρόεδρο του Τμήματος κ. Β. Αρτινοπούλου

 


 Νέες προκλήσεις για την κοινωνιολογική παιδεία


 

 

Η κοινωνική πραγματικότητα, οι κοινωνικές μεταβολές, τα κοινωνικά φαινόμενα και τα σύνθετα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα ήταν τα ερείσματα της διαμόρφωσης και της ανάπτυξης της κοινωνιολογίας, ως επιστήμης.  Οι κοινωνιολογικές ερμηνείες, αναγνώσεις και προσεγγίσεις της κοινωνικής πραγματικότητας  συγκροτούν την ιστορική και επιστημολογική συνέχεια της επιστήμης και προσδίδουν στη κοινωνιολογία το χαρακτήρα της  επιστήμης που πραγματεύεται τις δυναμικές, τις διαφοροποιήσεις, τους μετασχηματισμούς των θεσμών και των δομών των κοινωνιών.  
 
Στη παρούσα χρονική και κοινωνική συγκυρία της χώρας, που οι μαζικές ροές των προσφύγων και μεταναστών συν-πλέκονται με τα σωρευμένα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά προβλήματα, οι προκλήσεις για την κοινωνιολογία είναι πολλαπλές στο θεωρητικό, ερευνητικό και πρακτικό επίπεδο.  Η ανατροφοδότηση μεταξύ θεωρίας και πράξης και η ανάπτυξη ερευνητικά τεκμηριωμένων πολιτικών (evidence-based policies) αποτελούν επίσης σύγχρονες προκλήσεις για την κοινωνιολογία. Οι ίδιες οι κοινωνικές πραγματικότητες υπαγορεύουν το γεφύρωμα του χάσματος μεταξύ θεωρίας- έρευνας- πράξης, μέσα από το γόνιμο και δημιουργικό διάλογο των θεωρητικών της επιστήμης, των ερευνητών και των υπεύθυνων χάραξης και εφαρμογής των δημόσιων πολιτικών. Η παρούσα συγκυρία δοκιμάζει επίσης τα όρια της ίδιας της επιστήμης μέσα από τον έλεγχο των όσων μέχρι τώρα γνωρίζουμε (state of the art) και ταυτόχρονα προ(σ)καλεί νέες οπτικές, ίσως πιο σύνθετες, πολυεπίπεδες,  ολοκληρωμένες και δια-επιστημονικές (trans- disciplinary), καινοτόμες μεθοδολογίες και αποτελεσματικές στρατηγικές. 
 
Σε αυτό το πλαίσιο, το Τμήμα μας καλείται να αναστοχασθεί, να κινητοποιηθεί και να δημιουργήσει. Αναστοχασμός σε θεσμικό, συλλογικό και υποκειμενικό επίπεδο για την ταυτότητα, την παρουσία, τη δυναμική και την πορεία του. Κινητοποίηση στην ανάδειξη νέων αντικειμένων έρευνας, υιοθέτηση πιο  σύνθετων  θεωρητικών προσεγγίσεων και μεθοδολογικών εργαλείων και στην πρόταση εφαρμοσμένων τεκμηριωμένων πολιτικών. Δημιουργία, μέσα από την ανάπτυξη του επιστημονικού διαλόγου και των συν-ομιλιών των επιμέρους κοινωνιολογικών κλάδων, την ανάδειξη των ερευνών και του επιστημονικού έργου των μελών του, την καθιέρωση συνεργειών και την άρθρωση ενός ζωντανού κοινωνιολογικού λόγου, που είναι παρών, δυναμικός και διαμορφωτικός. Οι προκλήσεις της εποχής απαιτούν μάλλον την ανάπτυξη νέων επιστημονικών συνομιλιών και συλλογικοτήτων από τη βάση, παρά την εμμονή στις μοναχικές, παράλληλες πορείες που πιθανόν να είναι ενίοτε χρήσιμες (προσφέροντας και μια ναρκισιστικού τύπου ικανοποίηση), πλην όμως παραμένουν στείρες και περιορισμένες, στο βαθμό που δεν παράγουν προστιθέμενη αξία, ανάπτυξη και συλλογική πρόοδο. 
 
Το Τμήμα μας καλείται να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της εποχής μας με το πλούσιο επιστημονικό προσωπικό του, τις πολλαπλές εμπειρίες του και τα κοινωνιολογικά αντικείμενα που θεραπεύει. Καλείται να συνομιλήσει τόσο στο εσωτερικό του, όσο και με τους φορείς της κοινωνίας και να επηρεάσει τα κέντρα λήψης αποφάσεων, μέσα από τεκμηριωμένη γνώση και την έρευνα. Ο πλούτος του Τμήματος αντανακλάται στο ανθρώπινο δυναμικό του και τις  πολλαπλές δραστηριότητες των μελών του στο κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Αυτό που χρειάζεται είναι η κεφαλαιοποίηση και η δυναμική. 
 
Μικρά βήματα γι αρχή: ένα επιστημονικό ημερολόγιο στην ιστοσελίδα μας, όπου θα κοινοποιούνται οι επιστημονικές και πολιτιστικές δραστηριότητες των συναδέλφων  (συμμετοχή σε συνέδρια, βιβλιοπαρουσιάσεις, εκθέσεις κ.α.), η καθιέρωση της επιστολής του μήνα στην ιστοσελίδα μας,  η  αναδιοργάνωση των κύκλων συζητήσεων επιστημονικής έρευνας με τη συμμετοχή και των υποψηφίων διδακτόρων μας, η στήριξη των εκδηλώσεων του τμήματος με τη συμμετοχή και την παρουσία των συναδέλφων και άλλες δράσεις που ευνοούν τη συναδελφικότητα, την επικοινωνία και τη συνεργασία. 
Μικρές και αναγκαίες ανάσες -σε πείσμα των καιρών- που θα μας φέρουν χαρά, ικανοποίηση και ελπίδα. 
Μάρτιος 2016 

2012-09-01 | 16η Επιστολή: Σεπτέμβριος 2012 του Αντώνη Παπαρίζου

Πανεπιστήμιο, Κοινωνία της γνώσης και Πολιτισμός
 

Ξεκινώντας αυτήν την «επιστολή του μηνός», αλλά και της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς, αισθάνομαι την ανάγκη να υπενθυμίσω στους νέους φοιτητές και φοιτήτριες, όπως και σε όλους όσους προσεγγίσουν το Τμήμα Κοινωνιολογίας, τι είναι το Πανεπιστήμιο και ποιο είναι το έργο οποίο καλείται να αναπτύξει. Εάν προβαίνω στην πράξη αυτή, είναι διότι πάρα πολύ συχνά αντιμετωπίζω, τόσο στην Ελληνική κοινωνία συνολικά, όσο και στα πεδία της δημόσιας συζήτησης, την εντελώς λανθασμένη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το Πανεπιστήμιο δεν αποτελεί παρά ένα ανώτατο σχολείο, την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, της οποίας ο κύριος και ίσως ο μοναδικός στόχος είναι μια κάποια μορφή «ανώτερης» εκπαίδευσης των εισαγομένων.

Εάν όμως η κυρίαρχη αυτή αντίληψη είναι λανθασμένη, όπως και είναι, και το  Πανεπιστήμιο δεν αποτελεί Τριτοβάθμια Εκπαιδευτήρια, από τα οποία όλοι μπορούν να «λάβουν ένα κάποιο πτυχίο», ποιοί είναι οι στόχοι και οι δράσεις του; Πάρα πολύ συνοπτικά, λοιπόν, θα επιχειρήσω κάποιες απαντήσεις, τις οποίες, βέβαια, ο καθένας από μας οφείλει, και γιατί όχι υποχρεούται, να ελέγξει, να αμφισβητήσει όπως και να διευρύνει.

Το Πανεπιστήμιο λοιπόν, καλείται να προβεί στις εξής δράσεις.

Α) Να συλλέξει γνώσεις από ολόκληρο τον κόσμο και από την ιστορία, να τις αξιολογήσει και να τις κατατάξει, και με βάση τις ανάγκες της κοινωνίας να τις μεταφέρει σε όλα τα πεδία της εκπαίδευσης, αλλά κυρίως σε όλα τα πεδία της παραγωγής και της δημόσιας πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής.

Β) Να αναλάβει την έρευνα, και κάθε μορφής έρευνα, ώστε να δημιουργήσει νέα γνώση που είναι απαραίτητη σε όλα τα πεδία δημιουργίας της κοινωνίας: πριν απ’ όλα, της πολιτικής, της διοίκησης και της δικαιοσύνης, και βέβαια, της τεχνολογίας και της παραγωγής των οποιωνδήποτε αγαθών.

Γ) Το Πανεπιστήμιο, δηλαδή, δεν έχει ως πρωταρχικό στόχο να εκπαιδεύσει νέους επιστήμονες και να δώσει πτυχία, αλλά να δώσει την ευκαιρία και όλα τα απαραίτητα μέσα στο δικό του ερευνητικό και διδακτικό προσωπικό, στους Καθηγητές του, να αναπτύξουν τις δεξιότητές τους και να εξελιχθούν σε επιστήμονες που δημιουργούν την πρωτοποριακή γνώση που πάντα έχει ανάγκη μία κοινωνία. Εάν οι Καθηγητές ενός Πανεπιστημίου δεν εξελιχθούν οι ίδιοι και δεν επινοήσουν νέα γνώση, τι θα διδάξουν και τι είδους νέους επιστήμονες θα δημιουργήσουν.

Δ) Να δημιουργήσει τις απαραίτητες γνώσεις που εξασφαλίζουν την συνεχή οργάνωση, επιτυχή λειτουργία του και ανανέωση του ίδιου του Πανεπιστημίου τόσο ερευνητικά και εκπαιδευτικά όσο και διοικητικά. Το γεγονός που δεν είναι καθόλου αυτονόητο, διότι στο πεδίο του Πανεπιστημίου συναντώνται και συγκρούονται τρομερά πολιτικά και οικονομικά συμφέρονται, των οποίων οι στόχοι όχι μόνον δεν συμπίπτουν με τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας και όλων των ανθρώπων, αλλά και πολύ συχνά βάλουν εναντίον αυτών.  Το Πανεπιστήμιο, μ’ άλλα λόγια, είναι δυνατόν να εμποδίζεται στο έργο του, δίχως αυτό να είναι πάντοτε ορατό, από το ίδιο το Πολιτικό ή και το Οικονομικό σύστημα της κοινωνίας που το δημιούργησε. Και τούτο, διότι η γνώση και η επιστήμη αποτελούν από την φύση τους, την πιο δημιουργική, αλλά και την πιο ανατρεπτική και επαναστατική δύναμη.

Ε) Τέλος, το Πανεπιστήμιο έχει ως στόχο και την εκπαίδευση νέων Επιστημόνων. Η εκπαίδευση που παρέχει το Πανεπιστήμιο δεν είναι και δεν μπορεί να είναι «Τριτοβάθμια», εκπαίδευση δηλαδή, την οποία μπορούν να λάβουν και να αξιοποιήσουν όλοι ανεξαιρέτως και δίχως αυστηρά κριτήρια και απαιτήσεις. «Δημοκρατικό πτυχίο για όλους» δεν υπάρχει. Απαιτεί περισσότερα ταλέντα, κόπο και έμπνευση που δεν διαθέτουν οι πάντες. Δίχως αυτό να σημαίνει ότι όλοι όσοι δεν γίνουν, δεν θέλουν ή δεν μπορούν να γίνουν επιστήμονες, είναι κατώτεροι από όσους γίνουν. Όπως δεν είναι κατώτεροι άνθρωποι όσοι δεν γίνουν γνωστοί καλλιτέχνες, αθλητές ή και επιχειρηματίες.   

Το Πανεπιστήμιο, επομένως, είναι ο μοναδικός θεσμός ανώτατης εκπαίδευσης,  που συνδυάζει την έρευνα με την εκπαίδευση, γι’ αυτό και οι Καθηγητές του Πανεπιστημίου είναι πριν απ’ όλα ερευνητές και αυτή είναι η κύρια εργασία τους: η έρευνα. Εάν σε κάποιο ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης δεν υπάρχει έρευνα αλλά μόνον παιδεία, και οι καθηγητές του δεν υποχρεούνται πριν απ’ όλα στην έρευνα, το ίδρυμα αυτό δεν είναι Πανεπιστήμιο.
Τούτο σημαίνει ότι το Πανεπιστήμιο δεν ανταγωνίζεται την βιομηχανία ή και τις αγορές. Το Πανεπιστήμιο δημιουργεί αγαθά των οποίων η αξία είναι ανεκτίμητη, παρ’ όλον ότι μπορούμε να υπολογίσουμε τα έξοδα που δαπανήθηκαν. Το Πανεπιστήμιο δεν παράγει «εμπορικά προϊόντα », παρ’ όλον ότι πολλά από τα αγαθά που παράγει μπορούν άμεσα να εκτιμηθούν και να αναπαραχθούν από την βιομηχανία και τις αγορές. Οι επιστημονικές γνώσεις που αφορούν τους Νόμους και το Σύνταγμα, και κάθε μορφή διοικητικής οργάνωσης, άνευ των οποίων καμία βιομηχανία και καμία αγορά δεν μπορεί να λειτουργήσει, ενώ είναι ανεκτίμητες, δεν υπολογίζονται από τους « σύγχρονους έμπορους της γνώσης» ως σημαντικές, στρέφοντας λανθασμένα το ενδιαφέρων όλων στην τεχνολογία.

Δίχως όμως τις κοινωνικές, πολιτικές και τις ανθρωπιστικές επιστήμες, διαμέσου των οποίων οργανώνονται ουσιαστικά όλοι οι θεσμοί μιας χώρας, οι κοινωνίες είναι αδύνατο να υπάρξουν, να λειτουργήσουν και να ευημερήσουν. Μόνον οι κοινωνικές επιστήμες, επί παραδείγματι, είναι ικανές να δείξουν ποιές νοοτροπίες στέκονται εμπόδιο στην πρόοδο και την εξέλιξη μιας κοινωνίας.  Υπενθυμίζω, ότι η τεχνολογία παράγει διάφορα αγαθά, αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν όλα αυτά με βάση τις αρχές της δικαιοσύνης και της ευημερίας όλων. Αυτό μπορούν να το υποδείξουν μόνον οι Κοινωνικές Επιστήμες.  Υπενθυμίζω επίσης ότι καμία αγορά και καμία μορφή βιομηχανίας δεν ενδιαφέρεται και δεν αποβλέπει στην δικαιοσύνη.

ΣΤ) Το Πανεπιστήμιο, επομένως, καλείται να παράγει, ταυτόχρονα με τις οποιεσδήποτε γνώσεις, βαθύτατο ανθρώπινο Πολιτισμό.

Αντιλαμβάνεται η Ελληνική κοινωνία την θέση και το ρόλο αυτό του Πανεπιστημίου, προωθώντας ταυτόχρονα μέσω του Κρατικού Μηχανισμού την γνώση ως βάση και κύριο μέσω δημιουργίας, παραγωγής και αναδημιουργίας ολόκληρης της σύγχρονης κοινωνίας; Η απάντηση που μου επιτρέπεται να διατυπώσω με βάση τα όσα συμβαίνουν, είναι αναμφισβήτητα αρνητική. Η σύγχρονη Ελληνική κοινωνία δεν έχει αντιληφθεί ότι η γνώση και η επιστημονική γνώση είναι αυτή μέσω της οποίας είναι δυνατόν να προοδεύσει και να εξελιχθεί δυναμικά. Δεν έχει αντιληφθεί επίσης ότι το Πανεπιστήμιο και τα Πανεπιστήμια είναι τα ιδρύματα που δημιουργούν ταυτόχρονα με την γνώση ανθρωπισμό και πολιτισμό, δείχνοντας και εξηγώντας ποιες είναι οι πραγματικές ποιότητες της ζωής και πως επιτυγχάνεται η επιβίωση και η ευημερία όλων των μελών μιας κοινωνίας.

Υποδεχόμενος, συνεπώς, με την ιδιότητα του Προέδρου του Τμήματος, τους νέους μας φοιτητές και φοιτήτριες, τους προσκαλώ όλους να κατανοήσουν και να καλλιεργήσουν σε βάθος τις διαπιστώσεις αυτές για την θέση και τον ρόλο του Πανεπιστημίου και των Κοινωνικών Επιστημών στην ιστορία. Τους καλώ, επίσης, και, πέραν του πτυχίου τους, να επιδιώξουν να μετατραπούν και να εξελιχθούν σε δυναμικούς επιστήμονες, αποβλέποντας στην δημιουργία μιας ευημερούσης κοινωνίας με βάση την αυστηρή επιστημονική γνώση, τον ανθρωπισμό και τον Πολιτισμό.

 
Αντώνης Παπαρίζος, Καθηγητής

Πρόεδρος του Τμήματος


 


2012-08-01 | 15η Επιστολή: Αύγουστος 2012, του Ευάγγελου Πρόντζα

Η «δοκιμαστική λειτουργία» της Ιστοσελίδας- επιστολή «εκτός σειράς»

 

Η συμπλήρωση ενός χρόνου «δοκιμαστικής λειτουργίας» της Ιστοσελίδας του Τμήματος, μας προτρέπει να διατυπώσουμε ορισμένες σκέψεις με αφορμή την κίνηση ("ανάρτηση" πληροφορίας / "επισκεψιμότητα") της Ιστοσελίδας.

Μικρή παρέκβαση για ένα γενικό σχόλιο κάθε όμοιου εγχειρήματος: η παρουσίαση δεν απαντά στο ερώτημα αν είναι  αναγκαία η σήμανση της προσέγγισης που μνημειώνει ό,τι συνιστά το περιεχόμενο "διάχυσης" της "πληροφορίας". Θα προσθέταμε μάλιστα ότι μία σταθμισμένη διάχυση που σήμερα «εξισώνεται» με κάθε τι ποσοτικό, χωρίς να συλλαμβάνει το σύνολο του ποσοτικού, ρικνώνει όψεις του ποιοτικού, καθιστά κάποιες "πληροφορίες" από έμπνοες σε άπνοες. Αυτών ο διασκελισμός συναρτάται με την ποιότητα συγκέντρωσης και προσέγγισης της πληροφορίας αλλά και τον τρόπο σύλληψής της από εκείνον που την έχει ανάγκη.

Εν αρχή λοιπόν, η αποτρύγηση των «επισκέψεων»: νοείται ως μνημείωση της ζωντανής εργασίας και των σταδίων της (μέχρι σήμερα στο δυνατό εύρος της) που γίνεται στο Τμήμα Κοινωνιολογίας. "Ανάρτηση" / "διάχυση" της πληροφορίας στην Ιστοσελίδα μπορεί να λειτουργήσει, κάποτε (έσεται ήμαρ), ως τρόπος ανασύστασης της καθημερινότητας του ακαδημαίκού βίου του Τμήματος. Ενισχύεται έτσι η απαίτηση να βελτιωθεί η σύλληψη και διάχυση του καθημερινού ακαδημαϊκού, ερευνητικού και διοικητικού βίου του Τμήματος. Η βελτίωση μπορεί να προκύψει και από τη διαθέσιμη ποσοτική εικόνα (με τη χρήση του ουδέτερου Google Statistics).

Οι παρατηρήσεις με παραμέτρους την ταχύτητα, την ποιότητα, τη χρησιμότητα και το ρυθμό που η ποσότητα της πληροφορίας δεν επιτρέπει τη σύγχυση και οχυρώνει τη σημασία της έναντι της αρρυθμίας, έχουν αξία καθώς η Κοινωνιολογία ως Επιστήμη μπορεί να διεκδικήσει το χαρακτήρα Σχολής στην Ελλάδα. Διεκδικεί στην εποχή των ακρωτηριασμών με το διδακτικό, ερευνητικό και διοικητικό έργο, το λόγο απέναντι αυτής -όχι και τόσο άγνωστης- σύγχρονης βιαιότητας που συμπιέζεται μέσα στην έννοια "οικονομική κρίση".

Ποιο, πότε και πώς διαμορφώθηκε το ισοζύγιο της πληροφορίας;

  • Στην περίοδο 2011 (25 Μαίου) – 2012 (30 Ιουνίου) η ιστοσελίδα του Τμήματος ανήρτησε  περίπου 600 ανακοινώσεις. Οι αριθμήσιμες ομάδες πληροφοριών ξεπέρασαν τις 1000 σε 50 κύριες ενότητες της ιστοσελίδας.
  • Στην εισροή των πληροφοριών, η πρόκληση της «επισκεψιμότητας», σταθμίζεται από το δεσμό "ανάγκης" και "αξίας" της πληροφορίας. Η στάθμιση προσδιορίζει τον καθημερινό ακαδημαϊκό και διοικητικό βίο του Τμήματος. Ο δεσμός έχει ως ακολούθως:  
  • Ο ετήσιος όγκος πληροφορίας διαχύθηκε σε 168.000 περίπου επισκέψεις,
  • Οι επισκέπτες έφθασαν τις 54.000 από 60 και πλέον χώρες του κόσμου,
  • Οι προβολές της ιστοσελίδας ξεπέρασαν τις 650.000,
  • Ο χρόνος παραμονής είναι μεγαλύτερος από τρία λεπτά,
  • Ο μέσος αριθμός σελίδων φθάνει τις τέσσερεις σελίδες ανά επισκέπτη,
  • Η αναλογία του 1/3 των επισκεπτών εμφανίζεται με την ιδιότητα του νέου επισκέπτη,
  • Την αναλογία αυτή οφείλουμε αφενός να αντιμετωπίσουμε ως υπερ-εκτιμημένο μέγεθος λαμβάνοντας υπόψη την «αναγνώριση» ως «νέου» επισκέπτη εκείνου ο οποίος αλλάζει την τεχνική πρόσβασης του στην ιστοσελίδα και αφετέρου να συσχετίσουμε την επισκεψιμότητα με το «ποσοστό εγκατάλειψης» της ιστοσελίδας είναι στο 41%.


Μερικές πρόσθετες λεπτομέρειες από την χρήση της ιστοσελίδας είναι:
 

  • Η μείωση της πίεσης για ζήτηση πληροφοριών από τη Γραμματεία του Τμήματος, ιδίως στην εξεταστική περίοδο,
  • Η εκτίναξη της επισκεψιμότητας για ορισμένα είδη πληροφοριών τα οποία οφείλουμε να αξιολογήσουμε,
  • Η επιλεκτική επισκεψιμότητα σελίδων μέλους ΔΕΠ και σύνδεσης του με μάθημα διδασκαλίας του μέλους ΔΕΠ,  ρυθμός επισκεψιμότητας συνδέεται με ημέρες και ειδικότερα στην αρχή της εβδομάδας,
  • Η χρήση του κινητού τηλεφώνου με εξαιρετικά απαιτητικούς διακομιστές δείχνει την εξάρτηση της ιστοσελίδας από τη δυνατότητα της υψηλής τεχνικής πρόσβασης της.  


Αναλυτικά τα στοιχεία αυτά εμφανίζονται vστο επισυναπτόμενο ppt.

Η προσεκτική ανάγνωσή τους, αποδίδει τον όγκο της καθημερινότητας που βρίσκεται στην ανοργάνωτη συμμαχία της σιωπής ικανής να νικήσει τον πειρασμό της φωνής. Θα ήταν άδικο να χρωματίσουμε  με ασφυκτική περίπτυξη την ποιοτική καθημερινότητα στην αγελαία μέτρηση που επιβάλλεται, ενίοτε δεσποτικά, από τη μηχανική ανάλυση. Τα περιθώρια για τη βελτίωση απαιτούν πρωτίστως το απροσδόκητο - ακόμη και για μία ιστοσελίδα όταν εκτινάσσεται η «επισκεψιμότητα» της από τις 50.000 επισκέψεις στις 100.000 επισκέψεις ανά εξάμηνο.
       

Ευάγγελος Πρόντζας

Αύγουστος 2012


 


2012-07-01 | 14η Επιστολή: Ιούλιος 2012, του Αντώνη Μαγγανά

Κοινοί τόποι

 
Και κοντέψαμε να πάθουμε ψυχολογικό πρόβλημα…..

Βομβαρδισμένοι από τις απόψεις των ξένων «ειδικών» και μη αρχίσαμε να πιστεύουμε ότι είμαστε όλοι κλέφτες και απατεώνες. Ότι φάγαμε τα λεφτά των άλλων, ότι φοροδιαφεύγουμε ότι η διαφθορά είναι διάχυτη παντού.

Για κάποιον όμως που έχει ζήσει για αρκετό χρόνο σε «προηγμένες» χώρες του εξωτερικού ξέρει πολύ καλά ότι τα πράγματα είναι ακριβώς τα ίδια.

Ο υδραυλικός θα σε ρωτήσει αν θέλεις απόδειξη για όλο το ποσό, ο ιδιοκτήτης εστιατορίου θα σκαρφιστεί χίλιους τρόπους να κρύψει αποδείξεις, οι «φιλιπινέζες», «βραζιλιάνες», «βουλγάρες» θα υπάρχουν πάντα για τα σπίτια και τα εργοστάσια ως μαύρη εργασία, ο δικηγόρος, γιατρός, ψυχολόγος, αρχιτέκτονας θα υπερκοστολογήσει τις υπηρεσίες που προσφέρει, ο επιστήμονας θα «κοιτάξει» πώς να πάρει την επιχορήγηση και ο πολιτικός θα «χρησιμοποιήσει» την εξουσία και επιρροή του προς ίδιον όφελος.

Το να ισχυρισθούμε ότι οι Έλληνες είναι κλέφτες και απατεώνες είναι μια σκέτη ανοησία.

Απλά οι «προηγμένες» χώρες έχουν καλλίτερους ελεγκτικούς μηχανισμούς και η οικονομία τους για διάφορους λόγους «αντέχει» περισσότερο.

Αντώνης Δ. Μαγγανάς


 


2012-06-01 | 13η Επιστολή: Ιούνιος 2012, του Χρίστου Ξανθόπουλου

Με τη σκέψη μας στο μήνα των εξετάσεων!


Ο Ιούνιος είναι παραδοσιακά ο μήνας των εξετάσεων. Εξετάσεις σημαίνει «κρίση» των εξεταζόμενων (αλλά και των εξεταστών).  Στο παρόν κείμενο ας μείνουμε στους εξεταζόμενους, οι οποίοι στις εξετάσεις έρχονται αντιμέτωποι με τον εαυτό τους και τις προσπάθειές τους.  Το αποτέλεσμα των εξετάσεων μπορεί να είναι αρνητικό ή θετικό για τον εξεταζόμενο. Το ενδιαφέρον, ωστόσο,  είναι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται το αποτέλεσμα αυτό. Πέρα από το ότι ο κόσμος είναι η περιγραφή που κάνω γι’ αυτόν, όπως ισχυρίζονται σπουδαίοι διανοητές της εποχής μας – και ανεξάρτητα από το πόσο συμφωνούμε ή όχι με μια τέτοια διατύπωση-  αυτό που έχει σημασία και που προκύπτει από την περιγραφή,  είναι η στάση που έχουμε απέναντι στον κόσμο. Στις περισσότερες περιπτώσεις ακούμε τους εξετασθέντες να λένε: «πέρασα!» ή «με έκοψε». Σπάνια να ακούσει κανείς την έκφραση «με πέρασε», «με βοήθησε και πέρασα το μάθημα» ή «κόπηκα στο μάθημα», «απέτυχα στις εξετάσεις». Για ποιον λόγο άραγε η χρήση αυτών των εκ διαμέτρου αντίθετων εκφράσεων που περιγράφουν, ωστόσο,  την ίδια κατάσταση;

Χωρίς διάθεση υπερβολής και απολυτότητας νομίζω ότι η προαναφερόμενη στάση προκύπτει από την προθυμία μας να δεχθούμε τον έπαινο της επιτυχίας και την άρνησή μας να αναλάβουμε το βάρος της αποτυχίας. Είμαστε πάντα έτοιμοι να αθωώσουμε τον εαυτό μας για ό,τι αρνητικό μας συμβαίνει. Πόσο καλύτερα είναι όταν υπεύθυνοι είναι οι άλλοι! Πόσο πιο ευτυχισμένοι νιώθουμε όταν απομακρύνεται από εμάς ο δείκτης της ενοχής και της ευθύνης! Αλλά η επιτυχία ή η αποτυχία σε κάτι εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την προσωπική μας δράση. Όταν η παραδοχή αυτή μπαίνει σε παρένθεση, τότε είμαστε έτοιμοι να διεκδικήσουμε τα δικαιώματά μας, αλλά όχι να επιβαρυνθούμε με τις υποχρεώσεις μας.  Με τον τρόπο αυτό είμαστε ήσυχοι με τον εαυτό μας.

Φαίνεται ότι για τους περισσότερους ανθρώπους ο έλεγχος που ασκεί η συνείδηση είναι πιο βαρύς και αυστηρός από οποιονδήποτε άλλο κριτή. Σκεφθείτε μια κατάσταση κατά την οποία αναλογίζεστε συνεχώς ότι έπρεπε να κάνετε εκείνο ή το άλλο, ήσασταν σίγουρος ότι έπρεπε να το κάνετε, αλλά ήταν κάπως βαρύ, κάπως δύσκολο έργο να το αναλάβετε ή απλά αδιαφορήσατε. Πώς θα αισθάνεστε αν μετά από μια αποτυχία σκέφτεστε διαρκώς ότι αν κάνατε αυτό το οποίο έπρεπε, την αναγκαιότητα του οποίου είχατε προβλέψει, δεν θα είχατε αποτύχει; Μάλλον άσχημα, για να χρησιμοποιήσω την πιο  ουδέτερη λέξη. Είναι απαραίτητο, λοιπόν, να ελαφρώσουμε τη συνείδησή μας. Έτσι, μπορούμε να αποδώσουμε ευθύνες σε διάφορους και να απαλλάξουμε τον εαυτό μας. Εν πλήρη ηρεμία μπορούμε να συνεχίσουμε τις δραστηριότητές μας. Για το λόγο αυτό, λοιπόν, «πέρασα στις εξετάσεις» ή «με έκοψαν».

Σύμφωνα με τον Sartre «ο άνθρωπος είναι οι πράξεις του». Οι τελικές αποφάσεις για ό,τι κάνουμε είναι δικές μας, την ευθύνη την έχουμε εμείς:  ανεξάρτητα από τις προθέσεις μας, το αποτέλεσμα έχει σημασία. Είναι λίγο σκληρό- αλλά έτσι είναι.
Αν μεταφέρουμε τις προηγούμενες διαπιστώσεις στο κάδρο των εξετάσεων,  διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει μόνο ο εξεταστής –υπάρχει και ο εξεταζόμενος. Εφόσον οι άνθρωποι δεν είμαστε «αδρανή υλικά» έχουμε ευθύνη – έστω ένα μέρος της ευθύνης – για ό,τι επιτυγχάνουμε ή χάνουμε. Αν κάπου υπεισέρχονται δύο παράγοντες είναι εντελώς απίθανο για ό,τι συμβεί να είναι υπεύθυνος μόνο ο ένας. Δεν μπορούμε διαρκώς να μεμφόμαστε τους άλλους για όλα τα δεινά μας, αλλά να επαιρόμαστε για όλες τις επιτυχίες μας(;). Αυτή η προφανής άρνηση ανάληψης ευθυνών μπορεί να βοηθά πρόσκαιρα, με την έννοια ότι έτσι «ρυθμίζουμε», έχουμε ήσυχη  τη συνείδησή μας. Μακροπρόθεσμα, όμως, είναι κάτι επιβλαβές για την προσωπικότητα.  Η φθορά προκαλείται, κατά τη γνώμη μου, επειδή, όταν προσπαθούμε διαρκώς να κρυφτούμε και μην αναλάβουμε τις ευθύνες μας, συνηθίζουμε να δεχόμαστε χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα την αδιαφορία με την οποία επιτελεί τα καθήκοντά του κάποιος άλλος : «βολευόμαστε» με το λίγο, με το εν γνώσει μας υποδεέστερο. Στην περίπτωση που απαιτηθεί κάτι περισσότερο από εμάς είμαστε πάντα έτοιμοι να υποδείξουμε τον απέναντι, ο οποίος, πράγματι, δεν ήταν απολύτως υπεύθυνος για τις πράξεις του και μας πρόσφερε το έλασσον : να ένα άλλοθι για τις πράξεις μας το οποίο ευχαρίστως δεχόμαστε!

Νομίζω, λοιπόν, ότι η στάση μας απέναντι στα προβλήματά μας – και στα μαθήματά μας- πρέπει να είναι ενεργητική και αγωνιστική, ανάληψης και όχι αποποίησης ευθυνών. Μόνο όταν δρούμε και αγωνιζόμαστε μπορούμε να έχουμε απαίτηση για ανάλογη ανταπόκριση. Προφανώς υπάρχει και αντίλογος. Κανείς δεν ισχυρίζεται πως για κάθε τι που συμβαίνει γύρω μας αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς οι ίδιοι. Πάντα υπάρχουν καταστάσεις που μας είναι αδύνατο να ξεπεράσουμε, όσο κι αν προσπαθήσουμε. Από το σημείο αυτό, όμως, ως το σημείο που υπαινίσσεται ότι πάντα φταίνε οι άλλοι, η απόσταση είναι τεράστια.

Θα παρατήρησε ο αναγνώστης ότι η επιστολή έχει ένα μάλλον περιγραφικό ύφος και δεν γίνεται καμιά προσπάθεια νουθεσίας. Προτείνω, λοιπόν, (προτείνω μόνο), ασκώντας τη διάνοιά μας, να τοποθετηθούμε μόνοι μας απέναντι στις καταστάσεις που καθημερινά αντιμετωπίζουμε (τις ημέρες αυτές: τις εξετάσεις μας), παρά να ετοιμαστούμε να ρίξουμε το βάρος μιας πιθανής αποτυχίας μας σε κάποιους άλλους.

Με τις σκέψεις αυτές ας προετοιμαστούμε για τον αγώνα των εξετάσεων.
 

Χρήστος Ξανθόπουλος


 


2012-05-01 | 12η Επιστολή: Μαίος 2012, της Εφης Λαμπροπούλου

Περί μηδενισμού και ρατσισμού
 

Όταν η βία της νεολαίας, ακόμη και πολύ μικρού τμήματος, εκδηλώνεται εναντίον του κράτους και των φορέων του, π.χ. της αστυνομίας ως σώματος ή της/του αστυνομικού ως μέλους της, εναντίον συμβόλων ενός έθνους από τα ίδια τα μέλη κ.λπ., ονομάζεται μηδενισμός ή αναρχία (μτφ.).

Όταν άλλες εκφράσεις βίας από τμήματα της νεολαίας απευθύνονται εναντίον ομάδων ευρισκόμενων, στο μεγαλύτερο τμήμα τους, σε κοινωνικά μειονεκτική ή σε οικονομικά δυσμενή θέση π.χ. εναντίον παράνομων μεταναστών, ονομάζεται ρατσισμός.
Στη χώρα μας, η πρώτη μορφή βίας υποτιμάται, ενώ η δεύτερη συνήθως υπερτιμάται. Η πρώτη θεωρείται περιστασιακή και περαστική (;), η δεύτερη επικίνδυνη και απειλητική. Για την πρώτη γίνεται προσπάθεια κατανόησης και εξορθολογισμού των εκδηλώσεών της, γίνεται αντικείμενο αναλύσεων, προσπάθεια ιδεολογικοποίησης και «κατάλληλης» αντιμετώπισής της. Η δεύτερη δίνει αφορμή για νουθεσίες και κηρύγματα, καλλιέργεια αποστροφής και απόρριψη.

Οι επιστημονικές έρευνες δείχνουν ότι οι «χαοτικοί» προέρχονται ως επί το πλείστον από τα μεσαία-ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ενώ οι «ρατσιστές» από μεσαία-κατώτερα και χαμηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Τα μεσαία-ανώτερα μπορούν να μέμφονται και να κατηγορούν τα μεσαία-κατώτερα για ρατσισμό, αφού συνήθως δεν διατρέχουν κίνδυνο να βρεθούν στη θέση τους, δεν μοιράζονται τους ίδιους χώρους με τους «τριτο»κοσμικούς μετανάστες, δεν στέλνουν στα ίδια σχολεία και τους παιδικούς σταθμούς τα παιδιά τους, δεν πηγαίνουν ούτε καν στα ίδια (δημόσια) νοσοκομεία, δεν διεκδικούν μαζί με αυτούς μερίδιο στις περιορισμένες ευκαιρίες που υπάρχουν, ούτε διατρέχουν, άμεσα τουλάχιστον, κίνδυνο να υποβιβασθούν κοινωνικοοικονομικά.

Οι μεν πρώτοι νέοι και νέες («χαοτικοί»-chaoten, «αναρχικοί», «μηδενιστές») έχουν την πολυτέλεια να αμφισβητούν το κράτος και τους θεσμούς του το οποίο υπήρξε γενναιόδωρο απέναντί τους, οι δεύτεροι («ρατσιστές») αντιδρούν από φόβο επιδείνωσης της θέσης τους, συστηματική παραμέληση από την πολιτεία, ανασφάλεια ως προς τις ευκαιρίες και την ποιότητα ζωής τους. Και οι δύο επιτίθενται με λόγια- ύβρεις, υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς κ.λπ., αλλά και με χειρονομίες, απειλές (συμβολική επιθετικότητα) ή με έργα˙ οι μεν πρώτοι εναντίον της εξουσίας, οι δε δεύτεροι (σημαντικά λιγότερο) εναντίον αυτών που νιώθουν ότι τους απειλούν. Και οι δυο ομάδες επιζητούν την προσοχή και την κατανόησή μας, μόνο που οι πρώτοι έχουν συνήθως το δίκαιο με το μέρος τους, ενώ οι δεύτεροι το άδικο.

Αν και δεν υπάρχουν ενδείξεις, ας ελπίσουμε ότι σχετικά γεγονότα των τελευταίων χρόνων θα αποτελέσουν αφορμή αναστοχασμού για όσους αποφασίζουν από τα ασφαλή και αποστειρωμένα περιβάλλοντά τους, τους κοινωνικά ομοιογενείς «παραδείσους» που ζουν, για την τύχη και το μέλλον των συμπολιτών τους και ιδίως νέων ανθρώπων, διότι τελικά είναι αυτοί που ασκούν τη χειρότερη μορφή βίας, τη δομική (ανισότητα), ενισχύοντάς την ιδεολογικά και γνωστικά.
 

Έφη Λαμπροπούλου



 


2012-04-01 | 11η Επιστολή: Απρίλιος 2012, του Χαρ. Οικονόμου

Οικονομική κρίση και υγεία


Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα, ο τομέας της κοινωνικής προστασίας είναι ο πρώτος που υφίσταται τις αρνητικές επιπτώσεις της περικοπής των δημόσιων δαπανών, δεδομένου ότι το κυρίαρχο οικονομικό νεοφιλελεύθερο δόγμα θεωρεί λανθασμένα τις δαπάνες αυτές ως αντιπαραγωγικές. Στο πλαίσιο της αντίληψης αυτής, οι περιοριστικές πολιτικές που εφαρμόζονται πλήττουν ιδιαίτερα τον χώρο της υγείας. Καθώς η κρίση βαθαίνει, το επίπεδο υγείας, ιδιαίτερα των χαμηλότερων κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων, επιδεινώνεται. Η χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου και η αύξηση της φτώχειας συνδέεται με σειρά αρνητικών καταστάσεων, όπως χαμηλότερο προσδόκιμο επιβίωσης, υψηλή βρεφική, παιδική και μητρική θνησιμότητα, περισσότερες πιθανότητες προσβολής από μεταδοτικά νοσήματα, εμφάνιση ψυχικών ασθενειών, κατάθλιψης, αυτοκτονιών, αντικοινωνικής και βίαιης συμπεριφοράς, υψηλότερη κατανάλωση καπνού, αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών και μεγαλύτερη έκθεση σε περιβαλλοντικούς κινδύνους όπως η μόλυνση του αέρα και των υδάτων. Αυτό δείχνει η επισκόπηση της υφιστάμενης βιβλιογραφίας η οποία διερεύνησε τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην υγεία σε σχέση με τέσσερεις χρονικές περιόδους κατά τον 20ο αιώνα: τη μεγάλη ύφεση του μεσοπολέμου, την κρίση χρέους των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Υποσαχάριας Αφρικής στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980, την κατάρρευση των πρώην ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών χωρών στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και την οικονομική κρίση της ανατολικής Ασίας κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1990.

Η κατάσταση χειροτερεύει ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις προχωρούν στην υιοθέτηση μέτρων προκειμένου να επιτευχθεί η περικοπή των προϋπολογισμών για υπηρεσίες υγείας. Επιπροσθέτως, μειώνουν το υγειονομικό προσωπικό και περιορίζουν τα προγράμματα υγείας καθώς και το εύρος της  δημόσιας ασφαλιστικής κάλυψης του πληθυσμού για υγεία. Όμως, οι πολιτικές αυτές, σε συνδυασμό με τη μείωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, δυσχεραίνουν την πρόσβαση στο σύστημα υγείας ιδιαίτερα των πιο ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Εκτός αυτού, η περιοριστική πολιτική υγείας τη στιγμή που αυξάνεται η ζήτηση για δημόσιες υπηρεσίες υγείας λόγω χειροτέρευσης του επιπέδου υγείας του πληθυσμού και λόγω μείωσης της αγοραστικής δύναμης που αποτρέπει τη χρησιμοποίηση ιδιωτικών υπηρεσιών, έχει ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και την αδυναμία αυτών να καλύψουν τις ανάγκες του πληθυσμού.

Δυστυχώς και η Ελλάδα δεν φαίνεται να ξεφεύγει από την κατάσταση που περιγράφηκε παραπάνω. Η βαθιά δομική και πολύπλευρη κρίση στην οποία βρέθηκε η χώρα το 2010, με κύρια χαρακτηριστικά το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, το τεράστιο δημόσιο χρέος, τη συρρίκνωση του ΑΕΠ, την αυξανόμενη ανεργία και τη συνεχή διάβρωση της ανταγωνιστικής της θέσης, είχε ως συνέπεια τον Μάιο του 2010 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να ανακοινώσουν τη σύναψη συμφωνίας με την Ελλάδα για ένα τριετές πρόγραμμα αναδιάρθρωσης των οικονομικών και δημοσιονομικών πολιτικών της. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της συμφωνίας είναι η αυστηρή εισοδηματική πολιτική, η αύξηση των άμεσων και έμμεσων φόρων, η θέσπιση μέτρων ενίσχυσης της ευελιξίας στην αγορά εργασίας και η περικοπή των δαπανών.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο τομέας της υγείας βρέθηκε στο επίκεντρο των επιχειρούμενων αναδιαρθρωτικών προσαρμογών. Οι αρνητικές επιπτώσεις της περιοριστικής πολιτικής στο επίπεδο υγείας του ελληνικού πληθυσμού θα γίνουν ορατές στα επόμενα χρόνια. Ωστόσο, οι επιπτώσεις στο σύστημα υγείας είναι περισσότερο άμεσα εμφανείς. Τα μέτρα που έχουν ληφθεί κατά την τελευταία τριετία, αν και σε μεγάλο βαθμό επιχειρούν να αντιμετωπίσουν μακροχρόνια διαρθρωτικά προβλήματα αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας του ελληνικού συστήματος υγείας, παρουσιάζουν δύο σοβαρές ανεπάρκειες. Η πρώτη είναι ότι παραβλέπουν την κύρια διαπίστωση της διεθνούς εμπειρίας, η οποία δείχνει ότι μεγάλης έκτασης μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις που αποσκοπούν στην πλήρη αναδιοργάνωση του συστήματος υγείας σε σύντομο χρονικό διάστημα υιοθετώντας το δόγμα του «σοκ», αποτυγχάνουν στους στόχους τους. Ιδιαίτερα μάλιστα, όταν ο σχεδιασμός αυτών είναι αποσπασματικός, με αντιφατικά πολλές φορές μέτρα, τα οποία προσπαθεί να εφαρμόσει μια δημόσια διοίκηση που δεν διαθέτει τις αναγκαίες δεξιότητες.  Η δεύτερη ανεπάρκεια σχετίζεται με την πλήρη παραμέληση της διάστασης της ποιότητας και της ισοτιμίας στην πρόσβαση των υπηρεσιών. Οι μεταρρυθμίσεις που λαμβάνουν χώρα έχουν πλήρως υποταγεί στις επιταγές λιτότητας του Μνημονίου, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις κοινωνικές επιπτώσεις μιας τέτοιας πολιτικής.

Στο όνομα λοιπόν ενός αναπτυξιακού προστάγματος χωρίς ανθρώπινο πρόσωπο που πρεσβεύει η Τρόικα και το Μνημόνιο, παραβλέπεται το γεγονός ότι ανάπτυξη, οικονομική και κοινωνική ευημερία και βελτίωση του επιπέδου υγείας συνιστούν τα τρία κομβικά σημεία ενός ανατροφοδοτούμενου κύκλου. Η ανάπτυξη, χωρίς την προϋπόθεση της διάθεσης των πρόσθετων πόρων κατά τρόπο κοινωνικά παραγωγικό και δίκαιο που να συμβάλλει στην καταπολέμηση της φτώχειας, δεν οδηγεί στην επίτευξη καλύτερης υγείας. Η υγεία όμως, όπως δείχνει πλήθος μελετών, αποτελεί προαπαιτούμενο για την οικονομική πρόοδο και τη βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης . Με άλλα λόγια, η υγεία συνιστά βασικό στοιχείο του ανθρώπινου κεφαλαίου και συντελεστής που συνεισφέρει ουσιαστικά στην παραγωγική διαδικασία και την κοινωνική πρόοδο. Κοινωνίες όμως που δεν επενδύουν στο ανθρώπινο κεφάλαιο είναι κοινωνίες καταδικασμένες σε παρακμή.  
 

Χαράλαμπος Οικονόμου




 


2012-03-01 | 10η Επιστολή: Μάρτιος 2012, της Βασιλικής Καντζάρα

Αλληλεγγύη και εκπαίδευση


Η ΟΥΝΕΣΚΟ πριν από δέκα χρόνια περίπου είχε προειδοποιήσει σε μια έκθεσή της αναφορικά με την εκπαίδευση για τους κινδύνους από τον ορισμό της μόρφωσης ως εργαλείου για την οικονομική ανάπτυξη. Η διεθνής οργάνωση ανέφερε ότι οι εκπαιδευτικοί σκοποί οφείλουν να συνδέονται με την ‘ανάπτυξη’ ευρέως εννοουμένη, ώστε η παροχή μόρφωσης να προάγει την κοινωνική συμμετοχή όλων των πολιτών. Η συνεργασία και η αλληλοϋποστήριξη προάγουν τη συμμετοχή, αντίθετα ο ανταγωνισμός και ο ατομικιστικός εγωισμός την εμποδίζουν. Προς το σκοπό αυτό λοιπόν η εκπαίδευση οφείλει να προάγει την αρχή της αλληλεγγύης και να διδάσκει στοιχεία από την παγκόσμια ταυτότητα του πολίτη. Η εκπαίδευση, δηλαδή, οφείλει να διδάσκει όσα ενώνουν τους ανθρώπους, όπως υποστηρίζει και ο Μορέν, που είναι πολύ περισσότερα από αυτά, που τους χωρίζουν.

Η έννοια της αλληλεγγύης στην κοινωνιολογία είναι γνωστή από την θεωρία του Ντυρκέμ και στη γνωστή διάκριση ανάμεσα στη ‘μηχανική’ και την ‘οργανική αλληλεγγύη’. Οι όροι χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν το κοινό δομικό στοιχείο των κοινωνιών, που είναι ο καταμερισμός εργασίας, λιγότερο ή περισσότερο αναπτυγμένος αντίστοιχα. Για ποιο λόγο, όμως, ο Ντυρκέμ χρησιμοποιούσε τον όρο αλληλεγγύη, για να υποδηλώσει τον καταμερισμό εργασίας; Ο Ντυρκέμ προσπάθησε κατά τη γνώμη μας να εξηγήσει την αλληλεξάρτηση των ατόμων με βάση την εργασία και κατ’ επέκταση την επίδραση, που ο υφιστάμενος καταμερισμός εργασίας ασκεί στην ισορροπία της κοινωνίας, αλλά και στη διαγενεακή της διατήρηση και συνέχεια. Κι αυτό συντελείται μέσω της εργασίας που ασκούν τα άτομα, χωρίς απαραίτητα οι ίδιοι να το συνειδητοποιούν ή να το επιθυμούν.

Υπάρχει κι ένας άλλος λόγος για τη διακήρυξη της αλληλεγγύης ως μιας αρχής βασικής που διέπει τις ανθρώπινες σχέσεις, και που χωρίς αυτήν θα ήταν όλοι ευάλωτοι. Η κατανόηση. Στο έργο του Έντγκαρ Μορέν «Οι επτά γνώσεις κλειδιά για την παιδεία του μέλλοντος» χαρακτηριστικά αναφέρει ότι αν δεν νιώθουμε αλληλέγγυοι δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τους άλλους και πιθανόν να τους δούμε με συμπονετικό βλέμμα. Η δυνατότητα που έχουν οι άνθρωποι να ‘μπαίνουν’ στη θέση του άλλου είναι μοναδική και σ’ αυτήν στηρίζονται οι κοινωνικές σχέσεις, όσες προϋποθέτουν δηλαδή συμπόνοια, συμπάθεια, κατανόηση ακόμη και συγχώρεση. Το ‘κακό’ λέει η Χάννα Άρεντ δε γνωρίζει τη συγχώρεση.

Όταν βλέπουμε επίσης να γίνονται κατάφωρες αδικίες στον κόσμο, ο ρόλος του μορφωμένου και καλλιεργημένου ανθρώπου είναι να αντιδρά, να μη δέχεται την αδικία επιδιώκοντας ακόμη και να αλλάξει καταστάσεις και παγιωμένες συμπεριφορές, δηλαδή να αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις και κατ’ επέκταση την κοινωνία. Η αλλαγή όμως της κοινωνίας δεν σημαίνει απαραίτητα βελτίωση, αν δε στηρίζεται πρωτίστως σε αρχές, όπως είναι η κατανόηση, ο σεβασμός, η συμπαράσταση, η αλληλοβοήθεια και η αλληλοϋποστήριξη και η δικαιοσύνη.

Η αλληλεγγύη λοιπόν συνιστά πράξη που εξυψώνει τον άνθρωπο και βελτιώνει τις κοινωνικές σχέσεις. Συνάμα είναι από τις λίγες πρακτικές που τις χαρακτηρίζει μια παράδοξη θα λέγαμε αρχή: πλουτίζει αυτός που προσφέρει, διότι στέκεται ο ίδιος κυριολεκτικά και μεταφορικά πάνω από τα ασφυκτικά και πιθανόν αδιέξοδα και καταστροφικά όρια του ατομικιστικού του κόσμου.

Τι γίνεται σήμερα θα αναρωτηθεί κάποιος, όταν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας πάσχει και τα φέρνει πέρα με δυσκολία; Τότε καλείται όλη η κοινωνία να συμβάλει και να μοιράσει τα αγαθά της, υλικά, πνευματικά και συμβολικά. Αρκετοί άνθρωποι είναι εναντίον τέτοιων πράξεων αλληλεγγύης, διότι τις θεωρούν απλή φιλανθρωπία, οι οποίες δεν επιλύουν το πρόβλημα. Πιστεύουν, δηλαδή ότι ‘όταν πεινάει κανείς είναι καλύτερα να του μάθεις να ψαρεύει, παρά να του δώσεις ψάρια να φάει’. Είναι αποδεκτή μια τέτοια άποψη και ίσως σωστή αναλόγως των περιστάσεων. Θα αντέτεινα όμως ότι σήμερα βιώνουμε μια διαφορετική κατάσταση, γι’ αυτό ‘όταν πνίγεται κάποιος, πρώτα πρέπει να σωθεί και μετά να μάθει να κολυμπά’.

Αν ψάξει κάποιος στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης θα βρει αρκετά παραδείγματα αλληλεγγύης, που κυμαίνονται από δωρεάν μαθήματα σε μαθητές και μαθήτριες μέχρι ανταλλαγή προϊόντων και υπηρεσιών με βάση τη μονάδα χρόνου, που διαθέτει ο καθένας και όχι χρήματος. Θα βρει επίσης παραδείγματα συλλογής ρουχισμού, τροφίμων και φαρμάκων, αλλά και συλλογή αιτήσεων που υποβάλλουν άτομα σε πρεσβείες του εξωτερικού ζητώντας την ελληνική υπηκοότητα σε ένδειξη συμπαράστασης προς το δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό.

Οι άνθρωποι εκφράζουν την αλληλεγγύη τους, όπως μπορούν. Τώρα, που το μαγικό φως των εορτών έχει σβήσει, τώρα που τα φώτα της ράμπας χαμήλωσαν, ας συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε έξυπνα και αντί για την ‘απομάγευση του κόσμου’ ας ενδυναμώσουμε τον εαυτό μας σκεφτόμενοι τους άλλους.

Ας μην αφήσουμε σήμερα την ‘κρίση’, η οποία ήδη έχει πάρει διαστάσεις ‘ανθρωπιστικής κρίσης’ να γίνει και κρίση της ανθρωπιάς μας.
 

Βασιλική Καντζάρα


 


2012-02-01 | 9η Επιστολή: Φεβρουάριος 2012, της Βίκυ Βλάχου

Σκέψεις και ερωτήματα στο μήνα των εξετάσεων
 

Τη στιγμή ακριβώς, όπου οι ευχές και τα όνειρα για το Νέο Έτος έχουν εκχωρήσει τη θέση τους στην προσπάθεια προσαρμογής στη νέα φαινομενικά δυσοίωνη πραγματικότητα που κομίζει το 2012, ένα δυσθεώρητο ερώτημα φαίνεται να απασχολεί τους πολίτες. Το ερώτημα αυτό σχετίζεται με την πραγματοποίηση ή μη των ευχών για ένα καλύτερο έτος και την αφετηρία μίας δημιουργικής πορείας με τελικό προορισμό τον άνθρωπο και τις πραγματικές του ανάγκες.      

Οι απαντήσεις στο ανωτέρω ερώτημα, μάλλον απογοητευτικές τείνουν να φαντάζουν και τα ελπιδοφόρα μηνύματα, που πολλές φορές από συνήθεια διατυπώνονται, μοιάζουν να μην ανταποκρίνονται ούτε και στις πλέον ευοίωνες προβλέψεις. Ωστόσο, δεν λείπουν και οι απόψεις εκείνων που θεωρούν την παρούσα κρίση και ύφεση ως μοναδική ευκαιρία «ανασύστασης» και «αναγέννησης» του ανθρώπου, υπερνικώντας τα επιμέρους εμπόδια και αναδεικνύοντας το ουσιαστικό νόημα των πραγμάτων, όπως αυτό προσδιορίζεται από τον καθένα μας. Η αρχαιοελληνική ρήση «ουδέν κακόν αμιγές καλού», ενδεχομένως να έχει μεγαλύτερη απήχηση στις μέρες μας, εάν αναλογισθούμε το σύνολο των δοκιμασιών που αντιμετωπίζουμε και των θυσιών που καλούμαστε να επωμισθούμε, με το ερώτημα «θα πιάσουν άραγε τόπο;» να μας συντροφεύει σε κάθε μας κίνηση.

Οι δύσκολες εκφάνσεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου που διανύουμε, με ποικίλες προεκτάσεις σε ζητήματα βιοτικού επιπέδου, εργασίας, εγκληματικότητας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ηθικής τάξης εγείρουν θέματα αναζήτησης διεξόδου από την περιγραφόμενη κρίση, η οποία δεν είναι απλά και μόνο οικονομική, αλλά πολύ περισσότερο κρίση αξιών και θεσμών. Διαπερνά το σύνολο της κοινωνίας και ξορκίζεται ως κάτι «μιαρό», από το οποίο πρέπει να γρήγορα να απεμπλακούμε. Μήπως όμως, τα πράγματα δεν είναι και τόσο δισεπίλυτα; Μήπως για κάποιο λόγο, τον οποίο σήμερα δεν γνωρίζουμε, πρέπει να διέλθουμε από την παρούσα κατάσταση και να την βιώσουμε ως κανονική, όπως ακριβώς ο Durkheim χαρακτήριζε το έγκλημα ως κανονικό κοινωνικό φαινόμενο, από το οποίο καμία κοινωνία δεν μπορεί να εξαιρεθεί;

Αρωγός στη δύσκολη αυτή περίοδο που διανύουμε, μπορεί αναμφισβήτητα να είναι η Επιστήμη, αρκεί να μη χωρισθεί από τη δικαιοσύνη και την αρετή, όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Πλάτωνας, διότι σε αυτή την περίπτωση μετατρέπεται σε πανουργία και όχι σοφία. Στο πλαίσιο αυτό, οι φοιτητές μας, οι οποίοι και εκείνοι δοκιμάζονται ποικιλοτρόπως, αλλά και λόγω της εξεταστικής περιόδου που ξεκινά, καλούνται να αναδείξουν τον καλύτερο εαυτό τους με αρετή και σοφία.
 

Τους ευχόμαστε ολόψυχα ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!     
 
Βίκυ Βλάχου


 


2012-01-01 | 8η Επιστολή: Ιανουάριος 2012, της Άννας Λυδάκη

Μέρες που είναι…
 

Ο φόβος πως ο ήλιος θα χαθεί για πάντα κυριαρχούσε στον άνθρωπο που δεν ήξερε τον χρόνο της φυσικής, αλλά της φύσης εντός της οποίας ζούσε ως αναπόσπαστο μέρος της. Με τρόμο έβλεπε τις μέρες να μικραίνουν ολοένα, καθώς προχωρούσε ο χειμώνας. Και ξαφνικά, οι ελπίδες αναπτερώνονταν, καθώς εκεί γύρω στις 21 του Δεκέμβρη οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν.

Ο Μίθρα, ο θεός Ήλιος,  ξαναγεννιόταν έχοντας νικήσει το σκότος και ο αέναος κύκλος της ζωής όλων των όντων –ανθρώπων, ζώων, φυτών- θα συνεχιζόταν. Γενέθλια του Ήλιου για τους ειδωλολάτρες, γενέθλια του Χριστού για τους χριστιανούς. Όμοια τα πάθη των ανθρώπων και αφηγήσεις τοποθετημένες στα γυρίσματα του χρόνου κατεύναζαν τους φόβους, συγκεκριμενοποιούσαν το αόρατο και έδιναν απαντήσεις στα μυστήρια του κόσμου. Και οι άνθρωποι με τελετουργίες και γιορτές στα μεγάλα περάσματα προσπαθούσαν να εξευμενίσουν τις φυσικές και υπερφυσικές δυνάμεις, να τις πείσουν να δείξουν το ευνοϊκό τους πρόσωπο.

Η επιστήμη τα έχει εξηγήσει όλα αυτά. Δεν χρειάζονται τελετουργίες για τις κρίσιμες αλλαγές· ο Ιανός με τα δυο πρόσωπα πάνω στα τείχη της Ρώμης, που το ένα έβλεπε εντός της πόλης και το άλλο εκτός συμβολίζοντας την αρχή και το τέλος, δεν υπάρχει. Είναι απλώς ο μήνας Ιανουάριος σύμφωνα με το ημερολόγιο. Όμως, τα σατουρνάλια, οι καλένδες, τα vota publica κλπ. δεν χάθηκαν· άλλαξαν απλώς μορφή. Τα διαβατήρια έθιμα, για το καλό πέρασμα στο νέο έτος εμμένουν, μολονότι από μόνα τους δεν προοιωνίζονται πια την ευετηρία.
 
Οι μέρες είναι δύσκολες για όλους μας και ξέρουμε πως τα θαλερά κλαδιά και τα χρωματιστά φώτα, οι ευχές για την καλή χρονιά δεν αρκούν, αλλά ότι χρειάζεται πολλή προσπάθεια για να αλλάξει η ζοφερή πραγματικότητα. Εντούτοις, ας προσπαθήσουμε, με τρόπους πανάρχαιους και πανανθρώπινους, τις μέρες αυτές να τις κάνουμε μέρες γιορτινές, όπως ήταν ανέκαθεν, για να πάρουμε δύναμη για τη συνέχεια.
 
Καλή χρονιά

Άννα Λυδάκη
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια


 


2011-12-01 | 7η Επιστολή: Δεκέμβριος 2011, του Στάθη Τσοτσορού

Η κυριαρχία των αγορών και η «αποσυναρμολόγηση» της Δημοκρατίας

 
Η διάσκεψη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή, με τη συμμετοχή εκπροσώπων από 191 χώρες, που ολοκληρώνεται στις 9 Δεκεμβρίου στο Ντέρμπαν της Ν. Αφρικής, θα έπρεπε να συγκεντρώνει το κύριο, αν όχι το αποκλειστικό ενδιαφέρον της παγκόσμιας κοινής γνώμης, καθώς τίθενται προς διαπραγμάτευση ζητήματα ζωής και θανάτου για το παρόν και το μέλλον του πλανήτη γη.

Παρά τις αγωνιώδεις εκκλήσεις του αναπτυσσόμενου κόσμου για περιορισμό των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου έστω κατά 25% και για την επέκταση ισχύος του Πρωτοκόλλου του Κιότο, οι μεγαλύτερες χώρες ρυπαντές Η.Π.Α. (16%), Κίνα (24%), Ρωσία, Ιαπωνία και Καναδάς δεν συμφωνούν. Με τη θέση αυτή συντάχθηκαν πρόσφατα και η Ινδία και η Βραζιλία με συνέπεια οι ελπίδες για βελτίωση της κατάστασης να μοιάζουν ανύπαρκτες με προφανείς τις καταστροφικές συνέπειες που θα ακολουθήσουν.

Η κοινή αυτή πολιτική των μεγάλων βιομηχανικών χωρών, με εξαίρεση τις χώρες της Ε.Ε., αποτελεί σε κάθε περίπτωση, άλλη μια απόδειξη της κυριαρχίας των αγορών που διαμορφώνουν και επιβάλλουν στις πολιτικές ελίτ των χωρών τις αποφάσεις των. Αποφάσεις που στοχεύουν αποκλειστικά στη μεγιστοποίηση των κερδών των επενδεδυμένων κεφαλαίων με προκλητική αδιαφορία για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις και την επιδείνωση των συνθηκών και του επιπέδου διαβίωσης των κατά τόπους πληθυσμών.

Παρά όμως το γεγονός ότι στο Ντέρμπαν διακυβεύεται το μέλλον του πλανήτη και το παρόν και το μέλλον του αναπτυσσόμενου κόσμου, στην περίπτωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης το ενδιαφέρον εστιάζεται στην κρίση του ευρώ, η ένταση και η έκφραση της οποίας αναδεικνύεται σε βασικό κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία. Για πολλούς αναλυτές το πρώτο δεκαήμερο του Δεκεμβρίου θεωρείται ως το κρισιμότερο που διανύει η ΕΕ από την ίδρυση της εως σήμερα και κρίνεται επιτακτική η ανάγκη στη Σύνοδο της 9ης Δεκεμβρίου να διαμορφωθούν οριστικά και άμεσα οι νέες βάσεις της νομισματικής ένωσης, διότι σε αντίθετη περίπτωση οι εξελίξεις θα υπαγορευθούν αποκλειστικά και μόνο από τις αγορές και η διάλυση της ευρωζώνης θα καταστεί αναπόφευκτη.

Οι μέχρι σήμερα πιέσεις των αγορών συνδυασμένες με την αναποτελεσματικότητα των μηχανισμών της ΕΕ αλλά κύρια με την παροιμιώδη αδράνεια της πολιτικής ελίτ του γαλλογερμανικού άξονα και κύρια της Γερμανίας, αδράνεια που πλέον φοβίζει περισσότερο από το φόβο της γερμανικής ισχύος, καθιστά προβληματική την επιβίωση της ευρωζώνης.

Οι συνέπειες αυτής της ελλειμματικής αντιμετώπισης της κρίσης της ευρωζώνης είναι πλέον ορατές στο σύνολο των περιφερειακών χωρών του νότου και η δρομολόγηση της εξόδου από την ευρωζώνη στην περίπτωση της Ελλάδας έχει καταστεί περισσότερο από προφανής με βάση τις σημερινές εκτιμήσεις για τα οικονομικά της μεγέθη.

Μέχρι σήμερα οι αγορές φαίνεται ότι κυριαρχούν και επιβάλλουν τις θέσεις των και οι πολιτικές ελίτ εμφανίζονται παραδομένες στην εξουσία των χρηματαγορών, οι οποίες πλέον στις χώρες του νότου διορίζουν και τις κυβερνήσεις. Η συνειδητή αυτή πολιτική επιλογή, κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια, των δεξιών και σοσιαλιστικών κυβερνήσεων να παραδώσουν την εξουσία στην οικονομία, έχει άμεση ορατή συνέπεια την «αποσυναρμολόγηση» της Δημοκρατίας, την ενίσχυση των περιφερειακών ανισοτήτων, την ακύρωση του κοινωνικού κράτους,  την εξάπλωση της φτώχειας  και την περιθωριοποίηση ολοένα και ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων.

Οι απογοητευτικές αυτές εξελίξεις για το ευρωπαϊκό οικοδόμημα πέραν του προβληματισμού όσον αναφορά τις ικανότητες των πολιτικών ελίτ να αναλάβουν πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της εξάλειψης της νεοφιλελεύθερης ανισορροπίας ανάμεσα στην πολιτική και τις αγορές, δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά για το αν τελικά οι ευρωπαίοι πολιτικοί αρχηγοί φοβούνται την Δημοκρατία.

Στάθης Ν. Τσοτσορός
Καθηγητής
Δεκέμβριος 2011