σε δοκιμαστική λειτουργία
Το Τμήμα

Η Επιστήμη της Κοινωνιολογίας


Η Κοινωνιολογία αποτελεί αυτοτελή επιστήμη εδώ και πολλές δεκαετίες.

Μελετά όλες τις βασικές σχέσεις μέσα και μέσω των οποίων συντίθεται η ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα, και συνεπώς όλους τους οικονομικούς και πολιτικούς, ιδεολογικούς και επιστημονικούς θεσμούς, που θεμελιώνονται, αναπαράγονται και μετασχηματίζονται με βάση τις σχέσεις αυτές. Τα βασικά, επομένως, αντικείμενά της είναι τα ακόλουθα. Πρώτο, οι σχέσεις ιδιοκτησίας και οι σχέσεις εργασίας, δια μέσου των οποίων συγκροτούνται και διαμορφώνονται οι ειδικοί συνδυασμοί, οι τρόποι, δηλαδή, συνολικής σύνθεσης και οργάνωσης των κοινωνιών που η Κοινωνιολογία ονομάζει τρόπους παραγωγής και κατανομής αγαθών, ή οικονομικό- κοινωνικά συστήματα.

Δεύτερο, κεντρικό, επίσης, αντικείμενο της Κοινωνιολογίας αποτελούν οι σχέσεις και οι μορφές εξουσίας, μέσα και διαμέσου των οποίων συντίθενται οι βασικοί θεσμοί των κοινωνιών του ανθρώπου, όπως είναι η οικογένεια, η επιχείρηση και ο κρατικός μηχανισμός, οι κάθε τύπου οργανώσεις και θεσμοί αυτοδιοίκησης, τα κόμματα και το κομματικό σύστημα, όπως και, τέλος, οι θεμελιώδεις θεσμοί του κράτους και της σύγχρονης Αντιπροσωπευτικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας: το Κοινοβούλιο, η Κυβέρνηση και η Δικαιοσύνη.

Τρίτο κεντρικό, αναπόφευκτα, αντικείμενο της Κοινωνιολογίας αποτελούν τα πεδία των αντιλήψεων και των κοσμοθεωριών, των ιδεολογικών και του νοήματος, όπως και όλα τα πεδία της παραγωγής, αναπαραγωγής και μετασχηματισμού της γνώσης και της επιστήμης.  Με την ανάπτυξη ιδιαίτερων κλάδων της κοινωνιολογικής σκέψης, μελετώνται όλες οι ιδέες και οι αντιλήψεις όλων των μελών μια κοινωνίας, αναζητούνται οι αιτίες της δημιουργίας τους, το νοηματικό τους περιεχόμενο, αλλά και οι τρόποι σύνθεσής τους με τις σχέσεις παραγωγής αγαθών, (ιδιοκτησίας και εργασίας), και με τις σχέσεις εξουσίας. Η παραγωγή της γνώσης και της επιστημονικής γνώσης, όπως και οι αντίστοιχοι εκπαιδευτικοί, παιδαγωγικοί και ερευνητικοί θεσμοί, αποτελούν εξίσου αντικείμενο της κοινωνιολογικής επιστήμης. Οι ιδεολογίες, μ’ άλλα λόγια, και οι θρησκείες, οι αιτίες και οι διαδικασίες δημιουργίας τους από τον άνθρωπο και τις κοινωνίες του αποτελούν ένα από τα κεντρικά αντικείμενα μελέτης της Κοινωνιολογίας.

Έτσι, μεταξύ των άμεσα πρακτικών και συγκεκριμένων γνώσεων που παράγει η Κοινωνιολογία, είναι, επί παραδείγματι, η εξήγηση των αιτίων με βάση τις οποίες αναδύθηκαν στην ιστορία των κοινωνιών το ευρύ γένος της αρχαίας Ελλάδας και οι πολυγαμικές οικογένειες σε πολλές και διαφορετικές κοινωνίες, όπως επίσης και οι σύγχρονες μορφές πυρηνικής και μονογονεϊκής οικογένειας. Οι συνθήκες, οι αιτίες και οι διαδικασίες ανάδυσης και συγκρότησης των κύριων τρόπων παραγωγής αγαθών, και συνεπώς των οικονομικό-κοινωνικών συστημάτων, του ασιατικού, του δουλοκτητικού και του φεουδαλικού, όπως και της ανάδυσης και του συνεχούς μετασχηματισμού του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος, παρ’ όλον ότι δημιουργήθηκε για πρώτη φορά μόνον στην Ευρώπη, εδώ και τέσσερις-πέντε  περίπου αιώνες, έχει σχεδόν κυριαρχήσει παντού στον κόσμο, αποτελεί ένα από τα κεντρικότερα πεδία έρευνας και δημιουργίας γνώσης της Κοινωνιολογίας.

Η επιστημονική, δηλαδή, ισχύς της Κοινωνιολογίας είναι τόσο πρακτική όσο και θεωρητική, όπως και κάθε επιστήμης άλλωστε. Η δύναμη και η αποτελεσματικότητά της ως πρακτικής και εφαρμοσμένης επιστήμης, επιβεβαιώθηκε και ισχυροποιείται στις Δυτικές και άλλες κοινωνίες, όχι δυστυχώς στην Ελληνική, με την μελέτη, την διαπίστωση και την κατανόηση, αλλά κυρίως με την επίλυση, προβλημάτων που παρουσιάζονται στους θεσμούς της οικογένειας και της εκπαίδευσης, του κεντρικού κράτους και της αυτοδιοίκησης, της Εκκλησίας και του Στρατού, της Δικαιοσύνης και των Μέσων Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, κ ά. 

Η θεωρητική της δύναμη, από την άλλη πλευρά, αντλήθηκε από την μελέτη και κυρίως την επιτυχή αποσαφήνιση, την συστηματοποίηση και την κωδικοποίηση των γνώσεων σχετικά με τις αιτίες και τις ιστορικο-κοινωνικές διαδικασίες: οικονομικές, πολιτικές και νοηματικο-ιδεολογικές, οι οποίες προκάλεσαν τα μεγάλα γεγονότα και μεταβολές στην ιστορία, κατ’ αρχάς, του Δυτικού Πολιτισμού, όπως είναι ο σχηματισμός, πριν απ’ όλα, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, της αστικής κοινωνίας και της Βιομηχανικής Επανάστασης, όπως, επίσης, και των Κοινοβουλευτικών Αντιπροσωπευτικών Συστημάτων διακυβέρνησης των σύγχρονων κοινωνιών. Η επέκταση της Κοινωνιολογίας στην Ιστορία της επέτρεψε όχι μόνον να μελετήσει τις ιστορικές κοινωνίες και να παράγει βέβαιες και στέρεες, πρακτικής στο παρόν αξίας, γνώσεις, αλλά και να ενισχύσει αποτελεσματικά τις ήδη  κωδικοποιημένες θεωρητικές της γνώσεις σχετικά με τις αιτίες της οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης και διοίκησης των κοινωνιών.

 Έτσι κωδικοποιήθηκαν κι διευρύνθηκαν γνώσεις σχετικά με τις αιτίες που οδήγησαν στις μορφές οικογένειας οι οποίες αναπτύχθηκαν στις κοινωνίες του ανθρώπου, όπως και σχετικά με τις διαδικασίες ανάδυσης και εξαφάνισης των θρησκειών τους. Οι συνθήκες, οι αιτίες και οι διαδικασίες σύνθεσης και πάλης των κοινωνικών ομάδων και τάξεων σε κάθε ιστορική ή και σύγχρονη κοινωνία αποτελεί ένα από τα αντικείμενα στα οποία η Κοινωνιολογία, από κοινού με την Πολιτική Οικονομία, ανέπτυξε, καταδεικνύοντας τις υψηλές θεωρητικές της δυνατότητες. Σχετικά δε με την δημιουργία του σύγχρονου Δυτικού Πολιτισμού, η Κοινωνιολογία αναζήτησε και μελέτησε, παράλληλα με την Ιστορία, τις οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές συνθήκες, τις διαδικασίες και τις αιτίες μέσω των οποίων αναδύθηκαν και ανασυγκροτήθηκαν κατά την διάρκεια των αιώνων ο δυτικός Ανθρωπισμός και ο Διαφωτισμός, όπως οι μεγάλες ιστορικές και επιστημονικές επαναστάσεις.

Η πρακτική και θεωρητική παραγωγικότητα και αποτελεσματικότητα της Κοινωνιολογίας διαπιστώνεται με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο από το γεγονός ότι είναι πλέον πολύ εύκολο να αναγνωρίσει κανείς τις δικές της μεθόδους έρευνας και τρόπους σκέψης, την δική της δηλαδή, επιστημονική γλώσσα, σε όλες σχεδόν τις Κοινωνικές Επιστήμες και ιδιαίτερα στις Επιστήμες της Ιστορίας και της Ανθρωπολογίας, της Ψυχολογίας και της Κοινωνικής Πολιτικής, της Εγκληματολογίας, της Επικοινωνίας και όλων των Πολιτικών Επιστημών. Ο δε εντελώς νέος και πρόσφατα αναπτυσσόμενος κλάδος της «Κλινικής Κοινωνιολογίας», δείχνει τους τρόπους με τους οποίους  ίδια η Κοινωνιολογία μπορεί να χρησιμοποιεί μεθόδους και γνώσεις άλλων Κοινωνικών Επιστημών, όπως στην προκειμένη περίπτωση είναι  η Ψυχολογία και η Ψυχανάλυση. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η Κοινωνιολογία χρησιμοποίησε στην πορεία της και εξακολουθεί να υποστηρίζεται από την Ιστορία και την Οικονομία, την Φιλοσοφία, την Ανθρωπολογία και την Ψυχολογία, την Νομική ή και την Κοινωνική Στατιστική. Ενώ η Εγκληματολογία είναι αδύνατο, πλέον, να αναπτυχθεί εάν δεν στηριχθεί στην Κοινωνιολογία και την Ψυχολογία

 Η Κοινωνιολογία στην Ελληνική Κοινωνία

H Κοινωνιολογία, όμως, όπως και όλες οι άλλες Κοινωνικές Επιστήμες δεν κατέχουν δυστυχώς στην σύγχρονη Ελληνική κοινωνία την θέση που θα όφειλε να τους είχε διατεθεί τόσο από τους υπεύθυνους των θεσμών και του κρατικού μηχανισμού όσο και από τους υπεύθυνους του πολιτικού συστήματος. Οι Έλληνες πολίτες, από την άλλη πλευρά, αποδέχονται εντελώς ιδεολογικά μία στρεβλή διάκριση ανάμεσα στις «θετικές»- πρακτικές και τις «θεωρητικές» επιστήμες, θεωρώντας ότι οι «θεωρητικές» έχουν μικρή πρακτική αξία και εφαρμογή έναντι των «θετικών», οι οποίες, αυτές κυρίως, παράγουν σημαντικά αποτελέσματα για τις κοινωνίες του ανθρώπου. Οι κοινωνικές, έτσι, επιστήμες εκλαμβάνονται ως γνώσεις «εγκυκλοπαιδικού» ή άλλου πολιτιστικού χαρακτήρα, των οποίων η χρησιμότητα μόνον μικρή μπορεί να είναι.. Η Ελληνική κοινωνία, στο σύνολό της δυστυχώς, δεν αναπτύχθηκε και δεν αποτελεί κοινωνία της γνώσης, κοινωνία, δηλαδή, η οποία επιδίωξε να θεμελιώσει και να αναδιοργανώσει όλα τα πεδία της σκέψης και της δημιουργίας και όλους τους θεσμούς και τους μηχανισμούς παραγωγής και διανομής, αλλά και όλους τους μηχανισμούς οργάνωσης και λειτουργίας της συλλογικής ζωής, πάνω στην γνώση και, κατ’ επέκταση, στην παιδεία και στην βαθύτερη καλλιέργεια του ανθρώπου και της ζωής του.

            Η σύγχρονη Ελληνική κοινωνία, μ’ άλλα λόγια, δεν στράφηκε αποφασιστικά στην δημιουργία και στην εφαρμογή νέας επιστημονικής γνώσης, προσαρμοσμένης στις δικές της, παρόμοιες με τις άλλες κοινωνίες, όπως και εντελώς ιδιαίτερες δικές της, ανάγκες, αλλά αρκέστηκε στην εφαρμογή, δευτερεύουσας, τις περισσότερες φορές, εισαγόμενης γνώσης. Τούτο σημαίνει, μ’ άλλα λόγια, και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία σχετικά μ’ αυτό, ότι η σύγχρονη Ελληνική κοινωνία, παρ’ όλον ότι εισήγαγε δευτερεύουσας αξίας τεχνολογία και έτοιμα καταναλωτικά προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, ταλανίζεται ακόμη και σήμερα, με τραγικές βέβαια συνέπειες, ανάμεσα στην εφαρμογή της αυστηρής και εμπεριστατωμένης επιστημονικής γνώσης, από την μια πλευρά, και στην επανάληψη παραδοσιακών μεθόδων, από την άλλη, τόσο στην παραγωγή και διακίνηση αγαθών και υπηρεσιών, όπως είναι οι λεγόμενες επιχειρήσεις και ο ιδιωτικός τομέας, όσο και στην οργάνωση και λειτουργία των μηχανισμών διοίκησης του κράτους, της αυτοδιοίκησης και των πολυάριθμων Δημόσιων Οργανισμών παραγωγής αγαθών, όπως είναι οι λεγόμενες πολυάριθμες ΔΕΚΟ.

  Η Κοινωνιολογία και όλες οι κοινωνικές επιστήμες έχουν τις δυνάμεις και τις απαραίτητες πρακτικές και εφαρμόσιμες γνώσεις, ώστε να λύσουν προβλήματα και να δώσουν απαντήσεις σε κεντρικά και θεμελιώδη άλυτα προβλήματα, αποτελεσματικής οργάνωσης όλων των πεδίων σκέψης και πράξης μιας κοινωνίας, όλων, δηλαδή, των πεδίων παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών, εξουσίας και ιδεών-τέχνης. Πρόκειται, μ’ άλλα λόγια, για πραγματικά πρακτικές και εφαρμοσμένες επιστήμες με υψηλή θεωρητική ανασυγκρότηση. Να υπενθυμίσω ότι η |Ελληνική αρχαιότητα για την πολιτική της, εφαρμοσμένη σε δημοκρατικά πολιτεύματα, επιστήμη και τέχνη είναι μία κλασική περίοδος της ιστορίας της ανθρωπότητας.

Η Κοινωνιολογία στο Τμήμα Κοινωνιολογίας τη Παντείου Πανεπιστημίου

Η Κοινωνιολογία στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου θεραπεύεται και αναπτύσσεται στο προπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών και στα δύο Μεταπτυχιακά Προγράμματα της «Κοινωνιολογίας» και της «Εγκληματολογίας». Τα διδακτορικά, τα οποία επιβλέπουν τα μέλη ΔΕΠ, αποτελούν ένα από τα κεντρικά πεδία πρωτογενούς έρευνας, που αναπτύσσει το Τμήμα Κοινωνιολογίας.

Στο προπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών αναπτύσσονται δύο μεγάλες κατηγορίες μαθημάτων, τα Υποχρεωτικά και τα  Υποχρεωτικά Επιλογής, στα οποία προστίθενται η πρακτική άσκηση και τα μαθήματα ξένων γλωσσών. Με τα Υποχρεωτικά, που ουσιαστικά καλύπτουν τα τέσσερα πρώτα εξάμηνα, συγκροτείται ένας βασικός κορμός ή μία σπονδυλική στήλη, πάνω στην οποία ο κάθε φοιτητής μπορεί, κατά τα τέσσερα επόμενα εξάμηνα, να οικοδομήσει έναν κύκλο μαθημάτων Υποχρεωτικών Επιλογής, μέσω τον οποίων αποκτά και την φυσιογνωμία του Κοινωνιολόγου που επιθυμεί να γίνει. 

Στον κορμό, λοιπόν, των Υποχρεωτικών προσφέρονται οι βασικές γνώσεις της Κοινωνιολογίας, υποστηριζόμενες από βασικές γνώσεις άλλων κλάδων των κοινωνικών επιστημών, όπως είναι η Οικονομία, η Ιστορία, η Ανθρωπολογία, η Φιλοσοφία, η Εγκληματολογία, η Κοινωνική Στατιστική, απαραίτητων για την ανάπτυξη της Κοινωνιολογίας ως ιδιαίτερου κεντρικού κλάδου όλων των κοινωνικών επιστημών.

 Τα μαθήματα Υποχρεωτικά Επιλογής, στη συνέχεια, των τεσσάρων επόμενων εξαμήνων θεραπεύουν, και κατ’ εξαίρεση, μάλιστα σε σχέση με τα περισσότερα Τμήματα Κοινωνιολογίας των Ευρωπαϊκών και άλλων Πανεπιστημίων, μεγάλο αριθμό επί μέρους κλάδων της Κοινωνιολογίας, όπως είναι: Κοινωνιολογία της Οικονομίας, Πολιτική Κοινωνιολογία, Κοινωνιολογία της Θρησκείας, Κοινωνιολογία της Εργασίας, Κοινωνιολογία του Πολιτισμού, Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης, Κοινωνιολογία της Υγείας, της Βίας, της Πόλης, των Φύλων, του Ελεύθερου Χρόνου, των ΜΜΕ, της Μετανάστευσης και των Μειονοτήτων, της Γνώσης, όπως και Κοινωνιολογική Θεωρία, κλπ, κλπ.,  Αυτό επιτρέπει στους φοιτητές να οικοδομήσουν την επιστημονική τους φυσιογνωμία, επιλέγοντας ένα κύκλο μαθημάτων, ο οποίος, μετά τον κορμό και την βάση των Υποχρεωτικών, μπορεί να έχει ως επίκεντρο έναν από τους ιδιαίτερους αυτούς σημαντικούς κλάδους της εφαρμοσμένης Κοινωνιολογίας.

        

Ο Πρόεδρος του Τμήματος

Καθηγητής,  Παπαρίζος Αντώνης